Ιστορίες καθημερινής τρέλας

Entries tagged as ‘Λονδίνο’

Στο Ministry Of Sound

May 18, 2009 · Leave a Comment

mos1

Το τριήμερο 15-16-17 Μαϊου βρέθηκα στο Λονδίνο για δουλειές. Την Παρασκευή το βράδυ μετά το φαγητό αποφάσισα να βγώ έξω και να πάω σε ένα αγαπημένο κλαμπ, το Ministry Of Sound στο νότιο Λονδίνο (περιοχή Elephant & Castle). Το ΜοS θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα clubs τόσο του Λονδίνου όσο και του πλανήτη. Από τα ντεκ του έχουν παρελάσει μερικά από τα σπουδαιότερα ονόματα DJs και παραγωγών. Tony Humphries, Roger Sanchez, CJ Macintosh και Cliviles & Cole (λίγες εβδομάδες μάλιστα πριν ο Cole “φύγει” ξαφνικα από πνευμονικό οίδημα) είναι λίγα από τα ονόματα που έχουν παρελάσει από το 103 της οδού Gaunt. Ο χοντρούλης Tony Humphries μάλιστα έχει διατελέσει και resident DJ την περίοδο 1992-1993!! Αυτά για την ιστορία του κλαμπ.

Σε αντίθεση με τα καραγκιοζιλίκια στην Ελλάδα, στο Ministry everybody is welcome. Από τη στιγμή που έχεις εισιτήριο ή πληρώσεις στην πόρτα, η είσοδος επιτρέπεται στους πάντες. Η λογική του “δεν συνοδεύεσαι και άρα δεν μπαίνεις” δεν ισχύει επ’ ουδενί. Όπως φυσικά δεν ισχύει το οτι ο πορτιέρης σε κρίνει και αν του αρέσεις θα σε αφήσει να μπεις. Ή οτι αν τον ξέρεις ή αν του τα ακουμπήσεις πέρασες. Και πολύ απλά δεν ισχύει αφού δεν υπάρχουν πορτιέρηδες!! Υπάρχει μόνο προσωπικό ασφαλείας. Δίμετρες ντουλάπες που σε κοιτάνε και αμέσως παγώνεις αφού ξέρεις πως δεν σε παίρνει να πεις το παραμικρό. Από αυτούς που τους βλέπεις και λες οτι ο καλύτερος έχει σκοτώσει τη μάνα του. Επιφορτισμένοι με τη γενικότερη τήρηση της τάξης και το σωματικό έλεγχο όσων θέλουν να μπουν.

mos1

Ο χώρος μέσα είναι απλά εντυπωσιακός. Τέσσερα dance stages (Box, Bar, Loft, Baby Box) με διάφορους DJs να ξεσηκώνουν τον κόσμο. Η ένταση του ήχου στο ταβάνι, το μπάσο να βαράει στην καρδιά και τα φωτιστικά να κάνουν την ατμόσφαιρα άκρως εντυπωσιακή. Ενοείται φυσικά οτι οι τέσσερις χώροι είναι στημένοι με τέτοιο τρόπο ώστε και η πρόσβαση να είναι εύκολη αλλά και –το κυριότερο- η μουσικές να μην φεύγουν προς τα έξω ενοχλώντας όσους είναι στους δίπλα χώρους. Να πω επίσης πως σε αντίθεση με τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του, το Ministry σερβίρει και αλκοόλ. Στο περίπου δίωρο που έμεινα εκεί, έμεινα κυρίως στο dance stage του bar ακούγοντας έναν εξαιρετικό DJ ονόματι Timo Garcia. Πραγματικά καταπληκτικός!! Αν και θα μπορούσα να μείνω αρκετά περισσότερο, γύρω στις 2.30 έφυγα, αφού το Σάββατο που ξημέρωνε είχε αρκετό τρέξιμο αλλά και θεάματα τα οποία δεν ήθελα να χάσω με τίποτα…

Η εμπειρία πάντως ήταν μοναδική…

Περισσότερες φωτογραφίες μπορείτε να δείτε εδώ.

Categories: Καλλιτεχνικά · Μουσική
Tagged: , , , , ,

Έκλεισε το εστιατόριο Fat Duck

March 9, 2009 · 3 Comments

the fat duck

Χαζολογώντας πριν από λίγο στο site του Έθνους έπεσα πάνω σε μία είδηση η οποία οφείλω να ομολογήσω με σόκαρε. Το διάσημο εστιατόριο Fat Duck στο Μπέρκσαϊρ του δυτικού Λονδίνου έκλεισε. Αιτία -σύμφωνα με το δημοσίευμα- ήταν τα απανωτά κρούσματα μυστηριώδους ασθένιας που χτύπησαν πελάτες του τριάστερου εστιατορίου. Το Fat Duck έκλεισε οριστικά στις 24 Φεβρουαρίου όταν αναφέρθηκαν συμπτώματα γρίπης, διάρροιας και εμετού από σαράντα πελάτες. Μετά το κλείσιμο ανεφέρθησαν συνολικά τετρακόσια κρούσματα, όλα μέσα σε διάστημα σχεδόν ενός μήνα. Και φυσικά οι τοπικοί φορείς υγείας ψάχνουν ακόμα να δουν και να ανακαλύψουν τι προκάλεσε τις μαζικές αυτές δηλητηριάσεις.

Οφείλω να ομολογήσω οτι τη μία φορά που είχα πάει στο συγκεκριμένο εστιατόριο δεν είχα περάσει ιδιαίτερα καλά. Σε σχέση με το τι είχα φάει και το πόσο είχαμε πληρώσει. Ωστόσο είναι κρίμα και άδικο ένα εστιατόριο (και για μία επιχείρηση γενικότερα) που έχει κατορθώσει και έχει φτάσει στην κορυφή, να καταβαραθρώνεται τόσο γρήγορα και με τόσο άσχημο τρόπο. Πραγματικά πολύ κρίμα. Δεν λέω οτι κακώς έκλεισε. Το αντίθετο. Απλά στεναχωριέμαι για την κατάληξή του. Από την απόλυτη δόξα και φήμη του Μπλούμενταλ να καταλήξουμε στο λουκέτο. Γιατί ενδεχομένως η μαζική δηλητηρίαση των πελατών μπορεί να προέκυψε από κάποιο μικρόβιο που άθελά του μετέφερε στο χώρο κάποιος πελάτης ή εργαζόμενος και να μην οφείλεται σε μη τήρηση κανόνων υγιεινής. Και αυτό το λέω επειδή το αναφέρει το δημοσίευμα του Έθνους, βασιζόμενο σε δηλώσεις των παραγόντων που διερευνούν τα αίτια…

Categories: Περί γαστρονομίας
Tagged: , , , , , , , ,

Ο βρωμύλος Κύπριος, η διάφανη γκόμενα και ο κοντός…Κινέζος

February 18, 2009 · Leave a Comment

transparent_blonde

Όταν πρίν από σχεδόν 60 χρόνια ο C.S. Lewis ξεκινούσε το “Χρονικό της Νάρνια”, δεν νομίζω πως θα περίμενε οτι το πρώτο βιβλίο με τίτλο “Το λιοντάρι, η μάγισα και η ντουλάπα” θα μπορούσε ποτέ να αποτελέσει -σε παραλλαγή- τίτλο άρθρου για καταγραφή και περιγραφή κωμοκοτραγικών καταστάσεων από ταξίδι στο Λονδίνο. Και όμως μπόρεσε!! Αν και τα βιβλία της Νάρνια αποτελούν παιδικές περιπέτειες με ζώα, ιππότες και κακές δυνάμεις και ουδεμία σχέση έχουν με τα όσα ευτράπελα μας συνέβησαν από εχθές το απόγευμα, ωστόσο ο τίτλος του πρώτου βιβλίου του Lewis αποτέλεσε έμπνευση για τον τίτλο αυτού του κειμένου. Πάμε λοιπόν να δούμε αναλυτικά.

Από εχθές το απόγευμα είμαστε με τη Σοφία στο Λονδίνο. Σε προγραμματισμένο επαγγελματικό ταξίδι μέχρι την Παρασκευή. H αναχώρησή μας έγινε εχθές το απόγευμα με πτήση της Aegean Airlines στις 17.10.Αφού ολοκληρώσαμε γρήγορα τη διαδικασία του τσεκ ιν, κατευθυνθήκαμε στο χώρο με τα μαγαζιά για χάζεμα και προκειμένου να περάσει η ώρα. Εκεί κάποια στιγμή το μάτι μου έπεσε στην εικονιζόμενη “κυρία” η οποία περπάταγε ανέμελα στα μαγαζιά μαζί με την εικονιζόμενη (στα αριστερά) φίλη της.

Η εν’ λόγω κυρία με τα μαύρα ήταν ντυμένη μάλλον γδυμένη αφού όλο το Ελ. Βενιζέλος μπορούσε άνετα να διακρίνει το στυλ και το χρώμα του εσωρούχου της, το αν το σουτιέν της ήταν 3/4 ή αν είχε μπανέλα, το αν ήταν μαυρισμένη από σολάριουμ καθώς και άλλα πολλά που συνήθως κανείς κρύβει φορώντας ρούχα!! Η κυρία της φωτογραφίας λοιπόν φόραγε φόρεμα από ένα υλικό που έφερνε σε μουσελίνα μαύρου χρώματος, ψηλές δικτυωτές κάλτσες (από αυτές που κουμπώνουν σε ζαρτιέρες) και μαύρες γόβες στιλέτο. Προχωρώντας πιο “μέσα”, φόραγε μαύρο εσώρουχο και κόκκινο σουτιέν (λάθος στυλιστικός συνδιασμός). Και φυσικά όλα αυτά φαινόντουσαν κανονικά και δεν είχαμε απλά μία κατάσταση όπου το εσώρουχο απλά “έγραφε”. Φαινόταν ΚΑ-ΝΟ-ΝΙ-ΚΑ.

Τόσο εγώ όσο και η Σοφία (όσο και όλοι όσοι την πρόσεξαν) μείναμε με τα σαγόνια στο πάτωμα αφού δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πως κάποιος θα μπορούσε να κυκλοφορήσει ντυμένος έτσι μέρα μεσημέρι. Οι υπάλληλοι ενός καταστήματος στο οποίο μπήκε -εντελώς φυσικά- να χαζέψει, βγήκαν έξω κρατώντας την κοιλιά τους από τα γέλια ενώ οι περαστικοί επιβάτες είχαν μείνει στήλη άλατος. Μετά από 2-3 αποτυχημένες απόπειρες απαθανάτισης της ηρωϊδας του πρώτου μέρους, τελικά τα κατάφερα. Μπορεί η ποιότητα της λήψης να μην είναι η καλύτερη δυνατή, ωστόσο η κυρία έχει πλέον καταγραφεί. Πάει λοιπόν η διάφανη γκόμενα…

Πάμε στο δεύτερο -χρονικά- κομμάτι της σημερινής ιστορίας. Στον βρωμύλο Κύπριο. Ένας βασικός λόγος που επέλεξα τη συγκεκριμένη εταιρεία και όχι την ολυμπιακή ή την ΒΑ (παρολο που αυτές φτάνουν στο Heathrow το οποίο είναι πολύ πιο κοντά στο Λονδίνο) ήταν οτι συνήθως οι πτήσεις της πετάνε με πληρότητα όχι πάνω από 30% και έτσι κανείς ταξιδεύει πολύ άνετα.

Πράγματι στο check in ζήτησα από την υπάλληλο να μας βάλει να κάτσουμε δύο σε παράθυρο και διάδρομο και να αφήσει τη μεσαία θέση κενή ώστε να είμαστε άνετα. Και πράγματι αυτό έγινε με πολύ ευκολία και χωρίς ιδιαίτερο ζόρι. Το αεροπλάνο είχε δεν είχε 40 επιβάτες. Ένα στη διακεκριμένη θέση, καμιά εικοσιπενταριά στις πρώτες είκοσι σειρές του αεροσκάφους, εμένα και τη Σοφία, πέντε-έξι στις τελευταίες έξι σειρές και έναν επιβάτη στην ακριβώς μπροστινή από εμάς θέση. Ωστόσο αυτός ο ένας (Κύπριος απ’ ότι αποδείχθηκε από την ομιλία), αποδείχθηκε θανατερός.

Με το που απογειώνεται το Α320 και σβήνει η ένδειξη “προσδεθείτε”, λίγα λεπτά αργότερα ο μπροστινός μας αμολάει μία βρωμερή. Η μπόχα να αρχίσει να απλώνεται επικίνδυνα λες και έχουμε δίπλα μας βώθρο. Να προσπαθούμε να διαβάσουμε και η μπόχα να το καθιστά αδύνατο. Και λίγο μετά το φαγητό ο τύπος ρίχνει και μία δεύτερη. Της χώνεψης. Να φύγει το αεροπορικό κριθαράκι και τα χαλούμια του μεσημεριανού. Εγώ και η Σοφία να καταριώμαστε την ώρα και τη στιγμή που βρέθηκε να κάτσει μπροστά μας ο κλανιάρης Κύπριος όταν στο αεροσκάφος υπήρχαν πάνω από 120 άδεια καθίσματα.

Πάμε και στο τρίτο μέρος, τον κοντό Κινέζο. Ένα πράγμα -φανταστείτε- σαν να έχουμε μπροστά μας τον Νίκο Ρίζο σε κίτρινη απόχρωση. Κατ’ αρχάς ο Κινέζος ως όρος προκύπτει από το όνομα και το ιδιοκτησιακό καθεστός του ξενοδοχείου στο οποίο μένουμε. Mandarin Oriental λέγεται και ανήκει σε Κινέζους!! Φτάνουμε λοιπόν στο ξενοδοχείο, κάνουμε τσεκ ιν και ανεβαίνουμε στο δωμάτιο. Ένα πραγματικά ιδιαίτερα καλόγουστο δωμάτιο με πολλές ανέσεις, εντυπωσιακή φλατ τηλεόραση αλλά ένα κρεβάτι στο οποίο για να κοιμηθείς πρέπει να είσαι μόνος σου και παράλληλα να μην είσαι ιδιαίτερα ψηλός.

Το συγκεκριμένο κρεβάτι λοιπόν έχει πλάτος περίπου 1.50μ γεγονός που το καθιστά ιδιαίτερα δύσχρηστο τόσο για τον ύπνο όσο και για τον ξύπνιο. Για να μανουβράρεις πάνω σε αυτό όταν είναι και ο άλλος ξαπλωμένος, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στις κινήσεις αφού μία στραβή και μπορείς άνετα να βρεθείς στο πάτωμα. Στον δε ύπνο -και αφού είμαστε δύο- η κτάσταση είναι εξ ίσου δυσάρεστη. Γυρίζω από τη μία και τρομάζω μην κουτουλήσω τη Σοφία. Γυρίζω από την άλλη και τρέμω μην πέσω κάτω!! Τριανταοχτώ χρόνια δεν θυμάμαι να έχω πέσει ποτέ από κρεβάτι και εχθές το βράδυ -για πρώτη φορά- παραλίγο να το βιώσω και αυτό!! Η δε μεγάλη διάσταση του κρεβατιού (που συνήθως παντού είναι τυποποιημένη στα 2μ) δεν ξεπερνάει το 1.90μ. Με αποτέλεσμα αν θέλουμε να γλυστρήσουμε προς τα κάτω, τα πόδια μας να αρχίσουν να κρέμονται στο κενό.

Πέρα από αυτά τα κωμικοτραγικά και αστεία που μας συνέβησαν εθχές, το Λονδίνο είναι και θα είναι πάντα μαγικό.

Categories: Γεvικά
Tagged: , , , , , , , , ,

Τα καλοκουρδισμένα ρομποτάκια του Hakkasan

November 16, 2008 · 3 Comments

hakkasan1

Επιστρέφοντας από το Stansted με τη βραδυνή πτήση της Aegean, προσπαθώ να ηρεμήσω από μία τεράστια ταραχή που περάσαμε και η η οποία παραλίγο να μας στοιχίσει είτε την πτήση είτε 10 κιλά πράγματα. Στο iPod συντροφιά ο Ivo Pogorelich να ερμηνεύει την Αγγλική Σουίτα Νο 2 του Μπαχ και εγώ να προσπαθώ να γράψω για το χθεσινό –τελευταίο- μας βράδυ στη Βρετανική πρωτεύουσα.

Τελευταίο βράδυ λοιπόν στο Λονδίνο, είχα κανονίσει δείπνο στο Hakkasan. Το συγκεκριμένο εστιατόριο δεν ξέρω αν συγκαταλέγεται στις πρώτες θέσεις των εστιατορίων του Λονδίνου (απο πλευράς γαστρονομικής αξιολόγησης), ωστόσο είναι μακράν το πιο stylish, lifestyle, φαντεζί, ΙΝ μπαρ-εστιατόριο της Βρεττανικής πρωτεύουσας.

Το εστιατόριο αναπτύσεται περιμετρικά του μπαρ και εξυπηρετεί ταυτόχρονα σχεδόν διακόσια κουβέρ. Σερβίρει κινέζικη κουζίνα με γκουρμέ και φιούζιον  επιρροές που την κάνουν να ξεφεύγει από το Κινέζικο φαγητό που έχουμε στο μυαλό μας. Η κάρτα είναι –θα έλεγα- θηριώδης και περιλαμβάνει και μία σειρά από κυρίως πιάτα που πρέπει ο πελάτης να έχει μεριμνήσει να τα παραγγείλει από πριν, όπως τη φημισμένη πάπια με χαβιάρι. Εμείς μη έχοντας σκεφτεί κάτι τέτοιο, περιοριστήκαμε στον κανονικό κατάλογο.

Πάνω-κάτω μπορεί κανείς να φανταστεί κανείς τι είδους πιάτα παρελάσανε από το τραπέζι μας. Πάπια ψητή, στικς μελιντζάνας, σαλάτα με πάπια και κινέζικα λαχανικά και διάφορες άλλες πραγματικά πεντανόστιμες δημιουργίες. Μαζί με ένα εξαιρετικό Νεοζηλανδέζικο Gewurtztraminer του οίκου Cloudy Bay να μας συντροφεύει(είπαμε-κάνουν και οι Νεοζηλανδοί εξαιρετικά Gewurtz), είχαμε ένα πραγματικά εξαιρετικό δείπνο. Με τη μουσική από το μπαρ να καλύπτει μεν την ομιλία αλλά δίχως να ενοχλεί όπως πολλές φορές γίνεται στην Ελλάδα.

hakkasan2

Αυτό στο οποίο θα σταθώ όμως λίγο περισσότερο (αρκετά, θα έλεγα) είναι το ασύληπτο σέρβις. Στο χώρο που καθόμασταν κυκλοφορούσαν 5-6 Κινεζούλες σερβιτόρες οι οποίες φρόντιζαν να μην λείπει τίποτα από το τραπέζι μας. Δεν προλάβαινα να ακουμπήσω το άδειο ποτήρι του κρασιού και τσουπ ξεπρόβαλε η σερβοτόρα με το Cloudy Bay στο χέρι. Άδειαζε κάποιο πιάτο; Να σου κάποια άλλη σε λιγότερο από μισό λεπτό να το πάρει και με το χαμόγελο στα χείλη να ρωτήσει αν μας άρεσε και αν όλα ήταν εντάξει. Όταν δε ζητήσαμε το λογαριασμό, αυτός έφτασε σε λιγότερο από ένα λεπτό. Και επιπλέον, ο συγχρονισμός κουζίνας-σάλας άψογος και χωρίς καθυστέρηση. Φάγαμε στην ώρα μας, και χωρίς αναμονές ή κενά μεταξύ πιάτων. Όλα αυτά μάλιστα με την κουζίνα –όπως είπα και πριν- να μαγειρεύει ταυτόχρονα για περίπου διακόσια άτομα.

Και να μην ξεχάσω: Tο Hakkasan έχει “πόρτα”. Ο σκοπός της όμως είναι να υποδεχθεί και να εξυπηρετήσει τον πελάτη και όχι απλά να βάλει  τους “κολητούς” και τους “δήθεν” που τ’ ακουμπάνε. Και που στο φινάλε της βραδυάς προσφέρθηκε να εξυπηρετήσει ακόμα και για ταξί.

Τι να πω… Φύγαμε με τη Σοφία έχοντας περάσει εξαιρετικά. Πραγματικά εξαιρετικά. Και ιδιαίτερα εντυπωσιασμένοι από το άκρως αποτελεσματικό και χαμογελαστό προσωπικό και το σέρβις που προσέφερε.

Και λίγες ώρες αργότερα η αγενής υπάλληλος του Stansted να προσπαθεί να εφαρμόσει επάνω μας με εντελώς άκομψο τρόπο όλα μα όλα όσα προβλέπονται για αποσκευές και χειραποσκευές, χωρίς την παραμικρή διάθεση για να βοηθήσει. Δεν λέω, αργήσαμε, Και αργήσαμε πολύ. Αυτό δεν σημαίνει οτι ο άλλος πρέπει να σε κοιτάει με στραβωμένη μούρη και κρυόκολο ύφος λες και κάτι του έχεις κάνει. Ας είναι. Λες και πρόκειται να την ξαναδώ. Αφήνω τον κόντρα τενόρο Philippe Jaroussky να με νανουρίσει με άριες από το cd “Carestini: A castrato’s story”. Over and out…

Categories: Περί γαστρονομίας
Tagged: , , , ,