Entries tagged as ‘restaurant’

ΚΟΤΟΠ_ _ _ _ ΜΠΑΜΙΕ_
ΜΟΣΧ_ _ _ ΣΤΙΦΑΔ_
ΛΑΧΑΝΟΝΤΟΛΜ_ _ _ _
Και όλα τα υπόλοιπα που ακολουθούν στη λίστα. Όλα αυτά δε, ΜΑΓΙΡΕΦΤΑ όπως προαναγγέλει η χειρόγραφη πινακίδα σε παραλιακό ταβερνάκι στην Ίο.
Είναι δυνατόν; Ένα νησί το οποίο περιμένει τον τουρισμό για να ζήσει, να μην φροντίζει για κάποιες καλαίσθητες και σωστές πινακίδες στα μαγαζιά προκειμένου να προσελκύσουν τους τουρίστες-πελάτες; Τι να πω…OK, στο νησί έρχονται κυρίως φθηνοτουρίστες της χωριάτικης και της μπύρας, αλλά νομίζω οτι οι σωστές και καλαίσθητες επιγραγραφές θα έπρεπε να υπάρχουν σε κάθε περίπτωση.
Categories: Διακoπές
Tagged: Ios, Ίος, εστιατόριο, restaurant, φαγητό, ταβέρνα, tavern

Εχθές αποφασίσαμε με τη Σοφία να βγούμε για φαγητό. Όντας λάτρεις και οι δύο της Ιαπωνικής κουζίνας επιλέξαμε να δοκιμάσουμε το νεοαφηχθέν Qor στην Κηφισιά. Και οφείλω να ομολογήσω οτι φύγαμε από εκεί με τις καλύτερες των εντυπώσεων…
Κατ’ αρχάς ο χώρος με εντυπωσίασε. Ψηλό ταβάνι, εξαιρετικός φωτισμός, λιτός διάκοσμος, το μαύρο χρώμα κυριαρχεί στους τοίχους ενώ το κοντράστ το φτιάχνει ένας εκπληκτικός πορτοκαλί βινίλ καναπές. Η κουζίνα είναι ανοιχτή και δεσπόζει στο χώρο, επιτρέποντας στους πελάτες να χαζεύουν την προετοιμασία των σούσι και σασίμι. Φυσικά ενοείται οτι έπαιζε μουσική στο χώρο. Αρκετά μπιτάτη μεν, σε σωστή ένταση όμως δε προκεινένου η παρέα να μπορεί να συζητάει.
Το σέρβις και ο συγχρονισμός με την κουζίνα ήταν απίστευτα αφού σε μία ώρα είχαμε φάει. Και όταν μάλιστα μετά από μισή ώρα το μαγαζί άρχισε να γεμίζει πολύ. Ωστόσο δύο φορές χρειάστηκε να ζητήσω κάτι εκτός αρχικής παραγγελίας (έξτρα τζίντζερ και ένα δεύτερο apple martini) και εκεί…με ξέχασαν.
Στα του φαγητού τώρα. Ξεκινήσαμε με υπέροχα ρολά spicy tuna και γαρίδα τεμπούρα, δύο εξαιρετικά σούσι πουγκιά με γλυκιά γαρίδα και εξαιρετικά nigiri με τόνο και σολωμό. Η πρώτη ύλη των ψαρικών ήταν παντού εξαιρετική ενώ το ρύζι σωστά προετοιμασμένο. Η συνέχεια περιελάμβανε μία εξαιρετική -και αρκετά γεναιόδωρη στην ποσότητα- τεμπούρα με γαρίδες και λαχανικά, χωρίς ίχνος λαδιού στο πιάτο. Ακολούθησαν τα μικρά Γιαπωνέζικα ρολά με χοιρινό τα οποία και δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο αλλά και έκαιγαν υπερβολικά, οπότε αυτό μετρίασε την εντύπωσή μου. Για το τέλος, μοιραστήκαμε ένα εξαιρετικό πιάτο με βοδινό κρέας τυλιχτό με πράσινα σπαράγγια και σως τεριγιάκι. Παρέα στη βραδυά μας έκαναν τα πολύ καλά apple martini που επιλέξαμε. Για όλα τα παραπάνω πληρώσαμε 120 ευρώ και με τις μερίδες να είναι αρκετά γεναιόδωρες. Λόγου χάρην τα ρολά σούσι ήταν με οκτώ κομμάτια το κάθε ένα ενώ στην τεμπούρα είχε τέσσερις γαρίδες!!
Συμπερασματικά θα έλεγα οτι το Qor είναι μία πολύ καλή προσθήκη στο χώρο της Ιαπωνικής κουζίνας. Με πολύ δυνατό χαρτί τα σούσι και με τα ζεστά του καταλόγου να κινούνται σε αρκετά υψηλό επίπεδο, θεωρώ οτι θα γίνει σύντομα στέκι μας στα βόρεια προάστεια.
Αγ. Τρυφώνος & Ομήρου 18, Κηφισιά, 2108011117 (ανοιχτά Δευτ-Σαβ βράδυ, Σαβ & Κυρ και μεσημέρι)
Categories: Περί γαστρονομίας
Tagged: Κηφισιά, εστιατόριο, Qor, restaurant

Χαζολογώντας πριν από λίγο στο site του Έθνους έπεσα πάνω σε μία είδηση η οποία οφείλω να ομολογήσω με σόκαρε. Το διάσημο εστιατόριο Fat Duck στο Μπέρκσαϊρ του δυτικού Λονδίνου έκλεισε. Αιτία -σύμφωνα με το δημοσίευμα- ήταν τα απανωτά κρούσματα μυστηριώδους ασθένιας που χτύπησαν πελάτες του τριάστερου εστιατορίου. Το Fat Duck έκλεισε οριστικά στις 24 Φεβρουαρίου όταν αναφέρθηκαν συμπτώματα γρίπης, διάρροιας και εμετού από σαράντα πελάτες. Μετά το κλείσιμο ανεφέρθησαν συνολικά τετρακόσια κρούσματα, όλα μέσα σε διάστημα σχεδόν ενός μήνα. Και φυσικά οι τοπικοί φορείς υγείας ψάχνουν ακόμα να δουν και να ανακαλύψουν τι προκάλεσε τις μαζικές αυτές δηλητηριάσεις.
Οφείλω να ομολογήσω οτι τη μία φορά που είχα πάει στο συγκεκριμένο εστιατόριο δεν είχα περάσει ιδιαίτερα καλά. Σε σχέση με το τι είχα φάει και το πόσο είχαμε πληρώσει. Ωστόσο είναι κρίμα και άδικο ένα εστιατόριο (και για μία επιχείρηση γενικότερα) που έχει κατορθώσει και έχει φτάσει στην κορυφή, να καταβαραθρώνεται τόσο γρήγορα και με τόσο άσχημο τρόπο. Πραγματικά πολύ κρίμα. Δεν λέω οτι κακώς έκλεισε. Το αντίθετο. Απλά στεναχωριέμαι για την κατάληξή του. Από την απόλυτη δόξα και φήμη του Μπλούμενταλ να καταλήξουμε στο λουκέτο. Γιατί ενδεχομένως η μαζική δηλητηρίαση των πελατών μπορεί να προέκυψε από κάποιο μικρόβιο που άθελά του μετέφερε στο χώρο κάποιος πελάτης ή εργαζόμενος και να μην οφείλεται σε μη τήρηση κανόνων υγιεινής. Και αυτό το λέω επειδή το αναφέρει το δημοσίευμα του Έθνους, βασιζόμενο σε δηλώσεις των παραγόντων που διερευνούν τα αίτια…
Categories: Περί γαστρονομίας
Tagged: duck, fat, fat duck, Λονδίνο, δηλητηρίαση, εστιατόριο, κλείσιμο, μικρόβιο, restaurant
Εχθές αποφασίσαμε με τη Σοφία να βγούμε για φαγητό. Είχαμε αποφασίσει από την Τρίτη να πάμε στο Matsuhisa και η σχετική κράτηση είχε γίνει εγκαίρως. Η παρέα αποτελείτo από τρία άτομα και -τι πιο λογικό- θα περίμενε κανείς το τραπέζι μας να είναι των τεσσάρων ατόμων στρωμένο για τρεις. Ωστόσο μόλις ο σερβιτόρος μας οδήγησε στο τραπέζι μας, με έκπληξη διαπιστώσαμε οτι δεν καθόμασταν σε “τεσσάρι” αλλά σε τραπέζι για δύο στο οποίο είχε προστεθεί και τρίτο κουβέρ!! Τραπέζι το οποίο κανονικά θα έπρεπε να δίνεται σε ζευγάρια, δώθηκε σε τρεις. Η ταλαιπωρία ήταν μεγάλη κατά τη διάρκεια του φαγητού. Δεν μπορούσαμε να κουνήσουμε ή να απλώσουμε τα χέρια μας με άνεση. Δεν μπορούσαμε να κινήσουμε τα πόδια μας αφού ανά πάσα στιγμή πατάγαμε ο ένας τον άλλο. Το τραπέζι έδειχνε διαρκώς γεμάτο παρόλο που συνήθως είχε επάνω ένα μόνο πιάτο με φαγητό (συν τα ατομικά πιάτα του καθενός μας), ενώ μαζί με ποτήρια ποτού/νερού η κατάσταση γινόταν πραγματικά δύσκολη. Για να πιάσω το ποτήρι του μαρτίνι έπρεπε να σπρώξω πιο πίσω το νεροπότηρο αφού “‘εβρισκε” στο πιάτο με τις γαρίδες…
Αντιλαμβάνομαι πως το να “θυσιάσεις” τεσσάρι τραπέζι για να καθίσεις τρία άτομα, σου κόβει ένα άτομο κέρδος. Αντιλαμβάνομαι επίσης πως το να καθίσεις τρία άτομα σε τραπέζι για δύο, σου δίνει ένα επιπλέον άτομο κέρδος. Ωστόσο αυτή τη λογική του “όλα για το γρήγορο κέρδος” που συνήθως έχει ο Έλληνας, τη θεωρώ απαράδεκτη. Ιδίως μάλιστα για ένα τέτοιο εστιατόριο από το οποίο φεύγει κανείς με 100-150 ευρώ το κεφάλι κόστος. Όταν πληρώνω αυτά τα ποσά, απαιτώ να μου φέρονται καλύτερα και να μην με στριμώχνουν σα σαρδέλα στην κονσέρβα. Ή -αν μη τι άλλο- να μου το πουν εξ’ αρχής οτι θα κάτσω σε “δείγμα” τραπεζιού.
Categories: Περί γαστρονομίας
Tagged: τραπέζι, εστιατόριο, Matsuhisa, restaurant, table

Επιστρέφοντας από το Stansted με τη βραδυνή πτήση της Aegean, προσπαθώ να ηρεμήσω από μία τεράστια ταραχή που περάσαμε και η η οποία παραλίγο να μας στοιχίσει είτε την πτήση είτε 10 κιλά πράγματα. Στο iPod συντροφιά ο Ivo Pogorelich να ερμηνεύει την Αγγλική Σουίτα Νο 2 του Μπαχ και εγώ να προσπαθώ να γράψω για το χθεσινό –τελευταίο- μας βράδυ στη Βρετανική πρωτεύουσα.
Τελευταίο βράδυ λοιπόν στο Λονδίνο, είχα κανονίσει δείπνο στο Hakkasan. Το συγκεκριμένο εστιατόριο δεν ξέρω αν συγκαταλέγεται στις πρώτες θέσεις των εστιατορίων του Λονδίνου (απο πλευράς γαστρονομικής αξιολόγησης), ωστόσο είναι μακράν το πιο stylish, lifestyle, φαντεζί, ΙΝ μπαρ-εστιατόριο της Βρεττανικής πρωτεύουσας.
Το εστιατόριο αναπτύσεται περιμετρικά του μπαρ και εξυπηρετεί ταυτόχρονα σχεδόν διακόσια κουβέρ. Σερβίρει κινέζικη κουζίνα με γκουρμέ και φιούζιον επιρροές που την κάνουν να ξεφεύγει από το Κινέζικο φαγητό που έχουμε στο μυαλό μας. Η κάρτα είναι –θα έλεγα- θηριώδης και περιλαμβάνει και μία σειρά από κυρίως πιάτα που πρέπει ο πελάτης να έχει μεριμνήσει να τα παραγγείλει από πριν, όπως τη φημισμένη πάπια με χαβιάρι. Εμείς μη έχοντας σκεφτεί κάτι τέτοιο, περιοριστήκαμε στον κανονικό κατάλογο.
Πάνω-κάτω μπορεί κανείς να φανταστεί κανείς τι είδους πιάτα παρελάσανε από το τραπέζι μας. Πάπια ψητή, στικς μελιντζάνας, σαλάτα με πάπια και κινέζικα λαχανικά και διάφορες άλλες πραγματικά πεντανόστιμες δημιουργίες. Μαζί με ένα εξαιρετικό Νεοζηλανδέζικο Gewurtztraminer του οίκου Cloudy Bay να μας συντροφεύει(είπαμε-κάνουν και οι Νεοζηλανδοί εξαιρετικά Gewurtz), είχαμε ένα πραγματικά εξαιρετικό δείπνο. Με τη μουσική από το μπαρ να καλύπτει μεν την ομιλία αλλά δίχως να ενοχλεί όπως πολλές φορές γίνεται στην Ελλάδα.

Αυτό στο οποίο θα σταθώ όμως λίγο περισσότερο (αρκετά, θα έλεγα) είναι το ασύληπτο σέρβις. Στο χώρο που καθόμασταν κυκλοφορούσαν 5-6 Κινεζούλες σερβιτόρες οι οποίες φρόντιζαν να μην λείπει τίποτα από το τραπέζι μας. Δεν προλάβαινα να ακουμπήσω το άδειο ποτήρι του κρασιού και τσουπ ξεπρόβαλε η σερβοτόρα με το Cloudy Bay στο χέρι. Άδειαζε κάποιο πιάτο; Να σου κάποια άλλη σε λιγότερο από μισό λεπτό να το πάρει και με το χαμόγελο στα χείλη να ρωτήσει αν μας άρεσε και αν όλα ήταν εντάξει. Όταν δε ζητήσαμε το λογαριασμό, αυτός έφτασε σε λιγότερο από ένα λεπτό. Και επιπλέον, ο συγχρονισμός κουζίνας-σάλας άψογος και χωρίς καθυστέρηση. Φάγαμε στην ώρα μας, και χωρίς αναμονές ή κενά μεταξύ πιάτων. Όλα αυτά μάλιστα με την κουζίνα –όπως είπα και πριν- να μαγειρεύει ταυτόχρονα για περίπου διακόσια άτομα.
Και να μην ξεχάσω: Tο Hakkasan έχει “πόρτα”. Ο σκοπός της όμως είναι να υποδεχθεί και να εξυπηρετήσει τον πελάτη και όχι απλά να βάλει τους “κολητούς” και τους “δήθεν” που τ’ ακουμπάνε. Και που στο φινάλε της βραδυάς προσφέρθηκε να εξυπηρετήσει ακόμα και για ταξί.
Τι να πω… Φύγαμε με τη Σοφία έχοντας περάσει εξαιρετικά. Πραγματικά εξαιρετικά. Και ιδιαίτερα εντυπωσιασμένοι από το άκρως αποτελεσματικό και χαμογελαστό προσωπικό και το σέρβις που προσέφερε.
Και λίγες ώρες αργότερα η αγενής υπάλληλος του Stansted να προσπαθεί να εφαρμόσει επάνω μας με εντελώς άκομψο τρόπο όλα μα όλα όσα προβλέπονται για αποσκευές και χειραποσκευές, χωρίς την παραμικρή διάθεση για να βοηθήσει. Δεν λέω, αργήσαμε, Και αργήσαμε πολύ. Αυτό δεν σημαίνει οτι ο άλλος πρέπει να σε κοιτάει με στραβωμένη μούρη και κρυόκολο ύφος λες και κάτι του έχεις κάνει. Ας είναι. Λες και πρόκειται να την ξαναδώ. Αφήνω τον κόντρα τενόρο Philippe Jaroussky να με νανουρίσει με άριες από το cd “Carestini: A castrato’s story”. Over and out…
Categories: Περί γαστρονομίας
Tagged: Hakkasan, Λονδίνο, εστιατόριο, London, restaurant