Archive for the ‘Περί γαστρονομίας’ Category

Εχθές το βράδυ -και με αφορμή τα γεννέθλια της Σοφίας- αποφασίσαμε να βγούμε για φαγητό. Θέλοντας να ξεφύγουμε από τα συνηθισμένα, να δοκιμάσουμε κάτι καινούργιο αλλά παράλληλα να συνδυάσουμε φαγητό με ποτό/μουσική και ωραία ατμόσφαιρα, επιλέξαμε να πάμε στο Pacific Monte Carlo στην Κηφισιά. Το PMC έχει ανοίξει εδώ και σχεδόν ενάμισι χρόνο, στεγάζεται στο χώρο που πρότεινος φιλοξενούσε το Beau Brummel και σερβίρει πιάτα Ιαπωνικής -κυρίως- κουζίνας.  Αρκετά από αυτά παραπέμπουν ευθέως σε κάρτα Nobu, κάτι που είναι απόλυτα λογικό αφοιύ -απ’ ότι διαβάζω- οι σεφ που έστησαν το PMC στο Μονακό προέρχονταν από εστιατόρια Nobu! Ο χώρος μου ήταν οικείος, ωστόσο η διακόσμηση τον έκανε αρκετά ευχάριστο και ατμοσφαιρικό. Και αρκετά διαφορετικό σε σχέση με το τι είχα συνηθίσει τόσα χρόνια.

Στη λογική του “όχι άλλο black cod και όχι άλλο Nobu”, επιλέξαμε πιάτα που δεν παρέπεμπαν σε Nobu, και πραγματικά η γενική μας εντύπωση ήταν πολύ καλή. Ειδικά οι προτάσεις για σούσι ήταν πραγματικά εξαιρετικές. Βέβαια η Σοφία ατύχησε λίγο αφού το πρώτο της πιάτο ήταν ένα αδιάφορο ποτήρι μαρτίνι γεμισμένο με μπουκιές τηγανισμένου αστακού και χτενιών το οποίο μας δυσκόλεψε να ξεχωρίσουμε πότε τρώγαμε το ένα και πότε το άλλο. Το δείπνο μας το συνοδέψαμε με δύο εξαιρετικά κοκταίλ. Apple Martini για την εορτάζουσα και Pear & Cinnamon Vodka Martini για εμένα…

Ωστόσο αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν οτι το εστιατόριο ήταν άδειο. Ή -για να ακριβολογώ- σχεδόν άδειο. Περίμενα να δω λίγη ατμόσφαιρα, λίγη ένταση, ένα beat στο χώρο και δεν είδα τίποτε απολύτως. Με εξαίρεση ένα τραπέζι με μία παρέα τεσσάρων γυναικών και το δικό μας, ουδείς άλλος ήρθε στο εστιατόριο μέχρι τις 11.30 που φύγαμε. Που να μην ήταν η μέρα της γυναίκας εχθές, θα τρώγαμε αγκαλιά με τον μπάρμαν και τον μοναδικό σερβιτόρο της αίθουσας. Ο οποίος -προφανώς λόγω ημέρας και απραξίας στο εστιατόριο- ήταν multi tasking. Μας υποδέχθηκε (ελαφρώς στραβωμένος του στυλ “φτου, ήρθαν πελάτες”), πήρε τα παλτά μας, πήρε παραγγελία για κοκταίλς και φαγητό, σέρβιρε, ρύθμισε τη θερμοκρασία όταν του παραπονεθήκαμε για κρύο (πάει το Beau Brummel αλλά κάποια πράγματα δεν αλλάζουν), επιμελήθηκε της μουσικής στην κονσόλα του DJ, ετοίμασε το λογαριασμό και έκανε και λίγο δημόσιες σχέσεις με μία παρέα τριών νεαρών που ήρθαν στο μπαρ λίγο μετά τις 11!! Φυσικά ενοείται πως σε έναν σχεδόν άδειο χώρο, η μουσική η οποία κυριάρχησε ήταν lounge φιλοσοφίας. Από την αρχή μέχρι σχεδόν το τέλος…

Eν’ κατακλείδει, φάγαμε πολύ καλά και ήπιαμε εξαιρετικά κοκταίλ. Ωστόσο η όλη ατμόσφαιρα μας άφησε την όλη εντύπωση λειψή. Θέλω να δώσω δεύτερη ευκαιρία και να δω πως είναι η ατμόσφαιρα ένα Σάββατο βράδυ. Παράλληλα δε, να κρίνω και με άλλο μάτι την κουζίνα και το σέρβις, αφού με πιο άνεση μαγειρεύει κανείς για έξι άτομα και αλλοιώς για εκατό…

[υ.γ.1]Δεν νοείται να ρωτάει ο πελάτης πληροφορίες για κάτι του καταλόγου (κοκταίλ συγκεκριμένα) και η απάντηση του σερβιτόρου να ξεκινάει με τη λέξη “νομίζω”

[υ.γ.2]Παρκαδόρος δεν παίζει; Ή στα πλαίσια του “είναι Δευτέρα και δεν περιμένουμε κόσμο”, δίνουμε ρεπό και στον παρκαδόρο;

[υ.γ.3]Ενοείται πως σε όλα τα τραπέζια υπάρχουν τασάκια

[υ.γ.4]Όλα τα λεφτά είναι το τεράστιο ενυδρείο, μπαίνοντας στην είσοδο δεξιά.

qor

Εχθές αποφασίσαμε με τη Σοφία να βγούμε για φαγητό. Όντας λάτρεις και οι δύο της Ιαπωνικής κουζίνας επιλέξαμε να δοκιμάσουμε το νεοαφηχθέν Qor στην Κηφισιά. Και οφείλω να ομολογήσω οτι φύγαμε από εκεί με τις καλύτερες των εντυπώσεων…

Κατ’ αρχάς ο χώρος με εντυπωσίασε. Ψηλό ταβάνι, εξαιρετικός φωτισμός, λιτός διάκοσμος, το μαύρο χρώμα κυριαρχεί στους τοίχους ενώ το κοντράστ το φτιάχνει ένας εκπληκτικός πορτοκαλί βινίλ καναπές. Η κουζίνα είναι ανοιχτή και δεσπόζει στο χώρο, επιτρέποντας στους πελάτες να χαζεύουν την προετοιμασία των σούσι και σασίμι. Φυσικά ενοείται οτι έπαιζε μουσική στο χώρο. Αρκετά μπιτάτη μεν, σε σωστή ένταση όμως δε προκεινένου η παρέα να μπορεί να συζητάει.

Το σέρβις και ο συγχρονισμός με την κουζίνα ήταν απίστευτα αφού σε μία ώρα είχαμε φάει. Και όταν μάλιστα μετά από μισή ώρα το μαγαζί άρχισε να γεμίζει πολύ. Ωστόσο δύο φορές χρειάστηκε να ζητήσω κάτι εκτός αρχικής παραγγελίας (έξτρα τζίντζερ και ένα δεύτερο apple martini) και εκεί…με ξέχασαν.

Στα του φαγητού τώρα. Ξεκινήσαμε με υπέροχα ρολά spicy tuna και γαρίδα τεμπούρα, δύο εξαιρετικά σούσι πουγκιά με γλυκιά γαρίδα και εξαιρετικά nigiri με τόνο και σολωμό. Η πρώτη ύλη των ψαρικών ήταν παντού εξαιρετική ενώ το ρύζι σωστά προετοιμασμένο. Η συνέχεια περιελάμβανε μία εξαιρετική -και αρκετά γεναιόδωρη στην ποσότητα- τεμπούρα με γαρίδες και λαχανικά, χωρίς ίχνος λαδιού στο πιάτο. Ακολούθησαν τα μικρά Γιαπωνέζικα ρολά με χοιρινό τα οποία και δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο αλλά και έκαιγαν υπερβολικά, οπότε αυτό μετρίασε την εντύπωσή μου. Για το τέλος, μοιραστήκαμε ένα εξαιρετικό πιάτο με βοδινό κρέας τυλιχτό με πράσινα σπαράγγια και σως τεριγιάκι. Παρέα στη βραδυά μας έκαναν τα πολύ καλά apple martini που επιλέξαμε. Για όλα τα παραπάνω πληρώσαμε 120 ευρώ και με τις μερίδες να είναι αρκετά γεναιόδωρες. Λόγου χάρην τα ρολά σούσι ήταν με οκτώ κομμάτια το κάθε ένα ενώ στην τεμπούρα είχε τέσσερις γαρίδες!!

Συμπερασματικά θα έλεγα οτι το Qor είναι μία πολύ καλή προσθήκη στο χώρο της Ιαπωνικής κουζίνας. Με πολύ δυνατό χαρτί τα σούσι και με τα ζεστά του καταλόγου να κινούνται σε αρκετά υψηλό επίπεδο, θεωρώ οτι θα γίνει σύντομα στέκι μας στα βόρεια προάστεια.

Αγ. Τρυφώνος & Ομήρου 18, Κηφισιά, 2108011117 (ανοιχτά Δευτ-Σαβ βράδυ, Σαβ & Κυρ και μεσημέρι)

the fat duck

Χαζολογώντας πριν από λίγο στο site του Έθνους έπεσα πάνω σε μία είδηση η οποία οφείλω να ομολογήσω με σόκαρε. Το διάσημο εστιατόριο Fat Duck στο Μπέρκσαϊρ του δυτικού Λονδίνου έκλεισε. Αιτία –σύμφωνα με το δημοσίευμα– ήταν τα απανωτά κρούσματα μυστηριώδους ασθένιας που χτύπησαν πελάτες του τριάστερου εστιατορίου. Το Fat Duck έκλεισε οριστικά στις 24 Φεβρουαρίου όταν αναφέρθηκαν συμπτώματα γρίπης, διάρροιας και εμετού από σαράντα πελάτες. Μετά το κλείσιμο ανεφέρθησαν συνολικά τετρακόσια κρούσματα, όλα μέσα σε διάστημα σχεδόν ενός μήνα. Και φυσικά οι τοπικοί φορείς υγείας ψάχνουν ακόμα να δουν και να ανακαλύψουν τι προκάλεσε τις μαζικές αυτές δηλητηριάσεις.

Οφείλω να ομολογήσω οτι τη μία φορά που είχα πάει στο συγκεκριμένο εστιατόριο δεν είχα περάσει ιδιαίτερα καλά. Σε σχέση με το τι είχα φάει και το πόσο είχαμε πληρώσει. Ωστόσο είναι κρίμα και άδικο ένα εστιατόριο (και για μία επιχείρηση γενικότερα) που έχει κατορθώσει και έχει φτάσει στην κορυφή, να καταβαραθρώνεται τόσο γρήγορα και με τόσο άσχημο τρόπο. Πραγματικά πολύ κρίμα. Δεν λέω οτι κακώς έκλεισε. Το αντίθετο. Απλά στεναχωριέμαι για την κατάληξή του. Από την απόλυτη δόξα και φήμη του Μπλούμενταλ να καταλήξουμε στο λουκέτο. Γιατί ενδεχομένως η μαζική δηλητηρίαση των πελατών μπορεί να προέκυψε από κάποιο μικρόβιο που άθελά του μετέφερε στο χώρο κάποιος πελάτης ή εργαζόμενος και να μην οφείλεται σε μη τήρηση κανόνων υγιεινής. Και αυτό το λέω επειδή το αναφέρει το δημοσίευμα του Έθνους, βασιζόμενο σε δηλώσεις των παραγόντων που διερευνούν τα αίτια…

almaviva 1998

To Σάββατο το βράδυ είχε έξοδο. Πήγαμε οικογενειακώς και δοκιμάσαμε το νέο Vardis με την προσέγγιση στην Ελληνική κουζίνα. Το φαγητό ήταν πραγματικά πολύ καλό (θα μιλήσω ανεξάρτητα για αυτό σε άλλο τόπικ), αλλά αυτό που μου έκανε τρομερή εντύπωση ήταν η κάρτα των κρασιών. Ιδιαίτερα ενημερωμένη τόσο στον Ελληνικό όσο και στον ξένο αμπελώνα. Ιδίως στα κόκκινα. Ωστόσο πέτυχα δύο τιμές κρασιών οι οποίες ομολογουμένως με άφησαν άναυδο. Η κάθε μία για διαφορετικό λόγο.

Λόγου χάρην, είδα Κτήμα Alpha One του 2001 (με επιφύλαξη η χρονιά +/- 1 έτος) στα 135 ευρώ. Πράγματι ένα αρκετά καλό κρασί και σε περιορισμένη παραγωγή. Την ίδια ώρα όμως, στην ίδια κάρτα με 140 ευρώ μπορεί κανείς να βρει το διαμάντι της Χιλής το Almaviva (χρονολογίας 1999). Ένα πραγματικά εκπληκτικό κρασί το οποίο φέρει την υπογραφή του κορυφαίου οίκου κρασιών της Χιλής Concha e Toro σε συνεργασία με τον Baron Philippe de Rothschild, ένα όνομα που φυσικά προκαλεί δέος στο άκουσμά του. Και φυσικά η συνεργασία αυτή έχει δημιουργήσει ένα κρασί που άνετα συγκρίνεται ή και ξεπερνάει πολλά από τα κορυφαία Μπορντώ!!

Δεν γνωρίζω πως και γιατί και αν δικαιολογημένα (με βάση τους ειδικούς και τους γνώστες) το Alpha One τιμολογείται τόσο ακριβά. Έχοντας δει σε κάβα το Alpha One να πωλείται προς 50κάτι ευρώ, δεν θεωρώ παράλογα τα 135 στο εστιατόριο αφού η σχέση τιμών κάβας-εστιατορίου είναι περίπου επί 2-2.5.  Ωστόσο δεν μπορώ να καταλάβω γιατί in the first place ξεκινάμε από βάση 50κάτι ευρώ. Αδυνατώ να το καταλάβω. ΟΚ το συγκεκριμένο κρασί είναι σε πολύ περιορισμένο αριθμπο φιαλών αλλά αρκεί αυτό από μόνο του για αυτή την τιμή εκίνησης; Προσωπικά, έχοντας πιεί 1-2 φορές Alpha One δεν εντυπωσιάστηκα. Και σίγουρα όχι με βάση και την τιμή του. Γι αυτό και στο Vardis προτίμησα το Almaviva. Και δεν απογοητεύτηκα καθόλου…

Εχθές αποφασίσαμε με τη Σοφία να βγούμε για φαγητό. Είχαμε αποφασίσει από την Τρίτη να πάμε στο Matsuhisa και η σχετική κράτηση είχε γίνει εγκαίρως. Η παρέα αποτελείτo από τρία άτομα και -τι πιο λογικό- θα περίμενε κανείς το τραπέζι μας να είναι των τεσσάρων ατόμων στρωμένο για τρεις. Ωστόσο μόλις ο σερβιτόρος μας οδήγησε στο τραπέζι μας, με έκπληξη διαπιστώσαμε οτι δεν καθόμασταν σε “τεσσάρι” αλλά σε τραπέζι για δύο στο οποίο είχε προστεθεί και τρίτο κουβέρ!! Τραπέζι το οποίο κανονικά θα έπρεπε να δίνεται σε ζευγάρια, δώθηκε σε τρεις. Η ταλαιπωρία ήταν μεγάλη κατά τη διάρκεια του φαγητού. Δεν μπορούσαμε να κουνήσουμε ή να απλώσουμε τα χέρια μας με άνεση. Δεν μπορούσαμε να κινήσουμε τα πόδια μας αφού ανά πάσα στιγμή πατάγαμε ο ένας τον άλλο. Το τραπέζι έδειχνε διαρκώς γεμάτο παρόλο που συνήθως είχε επάνω ένα μόνο πιάτο με φαγητό (συν τα ατομικά πιάτα του καθενός μας), ενώ μαζί με ποτήρια ποτού/νερού η κατάσταση γινόταν πραγματικά δύσκολη. Για να πιάσω το ποτήρι του μαρτίνι έπρεπε να σπρώξω πιο πίσω το νεροπότηρο αφού “‘εβρισκε” στο πιάτο με τις γαρίδες…

Αντιλαμβάνομαι πως το να “θυσιάσεις” τεσσάρι τραπέζι για να καθίσεις τρία άτομα, σου κόβει ένα άτομο κέρδος. Αντιλαμβάνομαι επίσης πως το να καθίσεις τρία άτομα σε τραπέζι για δύο, σου δίνει ένα επιπλέον άτομο κέρδος. Ωστόσο αυτή τη λογική του “όλα για το γρήγορο κέρδος” που συνήθως έχει ο Έλληνας, τη θεωρώ απαράδεκτη. Ιδίως μάλιστα για ένα τέτοιο εστιατόριο από το οποίο φεύγει κανείς με 100-150 ευρώ το κεφάλι κόστος. Όταν πληρώνω αυτά τα ποσά, απαιτώ να μου φέρονται καλύτερα και να μην με στριμώχνουν σα σαρδέλα στην κονσέρβα. Ή -αν μη τι άλλο- να μου το πουν εξ’ αρχής οτι θα κάτσω σε “δείγμα” τραπεζιού.

hakkasan1

Επιστρέφοντας από το Stansted με τη βραδυνή πτήση της Aegean, προσπαθώ να ηρεμήσω από μία τεράστια ταραχή που περάσαμε και η η οποία παραλίγο να μας στοιχίσει είτε την πτήση είτε 10 κιλά πράγματα. Στο iPod συντροφιά ο Ivo Pogorelich να ερμηνεύει την Αγγλική Σουίτα Νο 2 του Μπαχ και εγώ να προσπαθώ να γράψω για το χθεσινό –τελευταίο- μας βράδυ στη Βρετανική πρωτεύουσα.

Τελευταίο βράδυ λοιπόν στο Λονδίνο, είχα κανονίσει δείπνο στο Hakkasan. Το συγκεκριμένο εστιατόριο δεν ξέρω αν συγκαταλέγεται στις πρώτες θέσεις των εστιατορίων του Λονδίνου (απο πλευράς γαστρονομικής αξιολόγησης), ωστόσο είναι μακράν το πιο stylish, lifestyle, φαντεζί, ΙΝ μπαρ-εστιατόριο της Βρεττανικής πρωτεύουσας.

Το εστιατόριο αναπτύσεται περιμετρικά του μπαρ και εξυπηρετεί ταυτόχρονα σχεδόν διακόσια κουβέρ. Σερβίρει κινέζικη κουζίνα με γκουρμέ και φιούζιον  επιρροές που την κάνουν να ξεφεύγει από το Κινέζικο φαγητό που έχουμε στο μυαλό μας. Η κάρτα είναι –θα έλεγα- θηριώδης και περιλαμβάνει και μία σειρά από κυρίως πιάτα που πρέπει ο πελάτης να έχει μεριμνήσει να τα παραγγείλει από πριν, όπως τη φημισμένη πάπια με χαβιάρι. Εμείς μη έχοντας σκεφτεί κάτι τέτοιο, περιοριστήκαμε στον κανονικό κατάλογο.

Πάνω-κάτω μπορεί κανείς να φανταστεί κανείς τι είδους πιάτα παρελάσανε από το τραπέζι μας. Πάπια ψητή, στικς μελιντζάνας, σαλάτα με πάπια και κινέζικα λαχανικά και διάφορες άλλες πραγματικά πεντανόστιμες δημιουργίες. Μαζί με ένα εξαιρετικό Νεοζηλανδέζικο Gewurtztraminer του οίκου Cloudy Bay να μας συντροφεύει(είπαμε-κάνουν και οι Νεοζηλανδοί εξαιρετικά Gewurtz), είχαμε ένα πραγματικά εξαιρετικό δείπνο. Με τη μουσική από το μπαρ να καλύπτει μεν την ομιλία αλλά δίχως να ενοχλεί όπως πολλές φορές γίνεται στην Ελλάδα.

hakkasan2

Αυτό στο οποίο θα σταθώ όμως λίγο περισσότερο (αρκετά, θα έλεγα) είναι το ασύληπτο σέρβις. Στο χώρο που καθόμασταν κυκλοφορούσαν 5-6 Κινεζούλες σερβιτόρες οι οποίες φρόντιζαν να μην λείπει τίποτα από το τραπέζι μας. Δεν προλάβαινα να ακουμπήσω το άδειο ποτήρι του κρασιού και τσουπ ξεπρόβαλε η σερβοτόρα με το Cloudy Bay στο χέρι. Άδειαζε κάποιο πιάτο; Να σου κάποια άλλη σε λιγότερο από μισό λεπτό να το πάρει και με το χαμόγελο στα χείλη να ρωτήσει αν μας άρεσε και αν όλα ήταν εντάξει. Όταν δε ζητήσαμε το λογαριασμό, αυτός έφτασε σε λιγότερο από ένα λεπτό. Και επιπλέον, ο συγχρονισμός κουζίνας-σάλας άψογος και χωρίς καθυστέρηση. Φάγαμε στην ώρα μας, και χωρίς αναμονές ή κενά μεταξύ πιάτων. Όλα αυτά μάλιστα με την κουζίνα –όπως είπα και πριν- να μαγειρεύει ταυτόχρονα για περίπου διακόσια άτομα.

Και να μην ξεχάσω: Tο Hakkasan έχει “πόρτα”. Ο σκοπός της όμως είναι να υποδεχθεί και να εξυπηρετήσει τον πελάτη και όχι απλά να βάλει  τους “κολητούς” και τους “δήθεν” που τ’ ακουμπάνε. Και που στο φινάλε της βραδυάς προσφέρθηκε να εξυπηρετήσει ακόμα και για ταξί.

Τι να πω… Φύγαμε με τη Σοφία έχοντας περάσει εξαιρετικά. Πραγματικά εξαιρετικά. Και ιδιαίτερα εντυπωσιασμένοι από το άκρως αποτελεσματικό και χαμογελαστό προσωπικό και το σέρβις που προσέφερε.

Και λίγες ώρες αργότερα η αγενής υπάλληλος του Stansted να προσπαθεί να εφαρμόσει επάνω μας με εντελώς άκομψο τρόπο όλα μα όλα όσα προβλέπονται για αποσκευές και χειραποσκευές, χωρίς την παραμικρή διάθεση για να βοηθήσει. Δεν λέω, αργήσαμε, Και αργήσαμε πολύ. Αυτό δεν σημαίνει οτι ο άλλος πρέπει να σε κοιτάει με στραβωμένη μούρη και κρυόκολο ύφος λες και κάτι του έχεις κάνει. Ας είναι. Λες και πρόκειται να την ξαναδώ. Αφήνω τον κόντρα τενόρο Philippe Jaroussky να με νανουρίσει με άριες από το cd “Carestini: A castrato’s story”. Over and out…

maze

Όντας στο Λονδίνο αυτές τις μέρες,κανόνισα μερικά δείπνα σε κάποια από τα αγαηπμένα μου εστιατόρια. Ένα από αυτά και το Maze, το οποίο ανήκει στην αλυσίδα εστιατορίων του -επιχειρηματία πλέον- Gordon Ramsay. Tο Maze το είχα επισκευθεί τα Χριστούγεννα και οφείλω να ομολογήσω οτι είχα εντυπωσιαστεί. Είχα μάλιστα τολμήσει να πω οτι είναι ένα από τα 2-3 καλύτερα του Λονδίνου.

Φέτος λοιπόν επιβεβαιώθηκαν απόλυτα τα όσα είχα διατυπώσει πέρυσι. Διότι πραγματικά το Maze ήταν AMAZ(E)ING!! Ένα εξαιρετικό δείπνο με τα πιάτα να είναι το ένα καλύτερο από το άλλο, σε έναν εξαιρετικό χώρο (που μάλιστα ήταν full house και έτσι η ατμόσφαιρα ήταν ακόμα πιο…έντονη) και με το σέρβις να δίνει ρεσιτάλ. Πάνω από 80 κουβέρ και δεν μας έλειψε το παραμικρό. Μοναδικά ψεγάδια μία μικρή καθυστέρηση στο δεύτερο κυρίως πιάτο που μάλλον προέκυψε από κακό συντονονισμό της κουζίνας, και το γεγονός οτι ο φωτισμός στο χώρο που καθόμασταν ήταν αρκετά χαμηλός που κατά στιγμές δεν έβλεπες τι έτρωγες. Δεν ήταν απαραίτητο όμως αφού αυτά που τράγαμε ήταν τόσο νόστιμα που αρκούσε μόνο η γεύση…

Η κάρτα του Maze είναι φτιαγμένη σε λογική μικρών μερίδων (τόσο τα πρώτα όσο και τα κυρίως) από τις οποίες ο πελάτης είθισται να επιλέγει δύο πρώτα και δύο κύρια. Παράλληλα υπήρχε και ένα μενού με 6+1 πιάτα, το οποίο όμως δεν προτιμήσαμε αφού περιοριστήκαμε στη λογική του α-λα καρτ. Από το τραπέζι μας λοιπόν παρέλασαν:

  • Mία εξαιρετικά δροσερή και φρεσκότατη crab salad με αβοκάντο και σορμπέ από bloody mary
  • Ένα εξ’ ίσου δροσιστικό πιάτο με καβούρι, μαγιονέζα και λίγο χαβιάρι
  • Ψητά χτένια με πουρέ από κουνουπίδι και ελαφριά σως από ξύδι (το απόλυτο πιάτο. Ίσως το καλύτερο της βραδυάς)
  • Ορτύκι με μαριναρισμένο φουά γκρα, σταφίδες και πουρέ με σαφράν (ζουμερότατο και ιδιαιτέρως νόστιμο.)
  • Mία εξαιρετική τσιπούρα περασμένη από τηγάνι και σερβιρισμένη μαζί με λίγο ζωμό
  • Ψητό αρνί  με πουρέ από χειμωνιάτικα λαχανικά, κουνουπίδι και μαζί με την παραδοσιακή Shepard’s pie

To γεύμα μας συνόδεψε ένα εξαιρετικό Sauvignon του οίκου Neudorff από τη Νέα Ζηλανδία (από την πλουσιότατη -οφείλω να ομολογήσω- κάρτα), ενώ είχαμε ξεκινήσει με δύο εξαιρετικά cocktail (με βάση το τζιν) περιμένοντας να ετοιμαστεί το τραπέζι μας. Και όπως είπα και πιο πριν, παρά το full house της βραδιάς, δεν μας έλειψε ούτε κρασί ούτε νερό.

Executive σεφ στο Maze είναι ο Jason Atherton, στον οποίον από μέρους μου αξίζουν πολλά συγχαριτήρια. Δεν υπάρχει λόγος να παραθέσω το βιογραφικό του (μπορείτε να το διαβάσετε εδώ), απλά -και επειδή στο site δεν αναφέρεται- να πω οτι το Maze έχει ψηφιστεί ως εστιατόριο της χρονιάς 2008 από αρκετούς Βρετανικούς οδηγούς γαστρονομίας. Μάλλον λέει πολλά αυτό.

Η διεύθυνση του Maze είναι:

10 – 13 Grosvenor Square, London W1K 6JP

Το τηλέφωνο είναι το +44 (0)207 107 0000 ενώ υπολογίστε περίπου 2 εβδομάδες πριν για κράτηση για δείπνο.